Site icon Αρχείο anagnostis.org

SEVEN(I.) Το πρόσημο του μετέωρου βήματος, καθώς απαξιώνονται οριστικά οι «μόνιμοι πολιτικοί έφηβοι»

SEVEN(I.) Το πρόσημο του μετέωρου βήματος, καθώς απαξιώνονται οριστικά οι «μόνιμοι πολιτικοί έφηβοι»

Πολλές φορές όταν, η ρητορική που ήδη έχει αναπτυχθεί ως προς την επεξήγηση ενός θέματος, αφήνει κενά και αυτά δεν μπορούν να παρεμποδίσουν αντιθετικές ρητορικές σταθεροποιήσεις. Τότε δημιουργούνται εγκλωβισμοί οι οποίοι οδηγούν στο πουθενά, έτσι ώστε να αφήνονται ελεύθερες κινήσεις επαναπροσδιορισμού αρνητικών καταστάσεων του παρελθόντος. Άλλοτε είναι κινήσεις αναγωγής του δευτερεύοντος σε πρωτεύον και άλλοτε επαναφοράς σε σταθερές των μέχρι τούδε ρευστοποιημένων Κοινωνικοπολιτικών αντιλήψεων. Επίσης επειδή είμαστε υποχρεωμένοι, για την εξήγηση της πραγματικότητας, να βλέπουμε τον πυρήνα των καταστάσεων καθώς και την σφαιρικότητά τους. Επιτρέπονται καθυστερήσεις, κατά πρώτον, αναλυτικοσυνθετικές εκ της διαίσθησης και μόνον ότι, τα πράγματα έχουν οδηγηθεί ή οδηγούνται από τρίτους παράγοντες (σαφώς, εντός και εκτός της χώρας αντιπολιτευτικούς ) σε κινήσεις που στο Σκάκι λέγονται φορσέ (force) (1), όπως και από εποικοδομητική περιέργεια, κατά δεύτερον, γύρω απ’ του τι θα προέκυπτε Στρατηγικά αντιπολιτευτικά, εκτός απ’ την συνεχή περίσφιξη των δικαιωμάτων των «από κάτω».

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να καταγραφεί μια διαπίστωση: η διανοητική Στρατηγική «αντάρα» που απαξιώνει πλέον, τουλάχιστον την εντόπια αντιπολίτευση, στο να καταλάβει την χρησιμότητα της κατανόησης των τακτικών ελιγμών, όχι μόνο ως σχέδιο αποφυγής καινούργιων εγκλωβισμών αλλά και σαν «βηματισμό» προς την χρησιμοποίηση ή και τον μετασχηματισμό (ακόμα) διαφόρων «θεσμικών» υποστάσεων, σε σχέση με τα κυρίαρχα πρωτεύοντα ζητήματα που αφορούν την Πολιτική. Απ’ την αρχή λοιπόν, πρέπει να ομολογηθεί ότι το χάος που δημιούργησε η συστημική αντιπαλότητα του δικομματισμού, ο οποίος στήθηκε σύμφωνα με τα Αμερικανικά πρότυπα διακυβέρνησης [για την χώρα: Ν.Δ. για όλη την Δεξιά και Πα.Σο.Κ. για όλη την Αριστερά], όχι μόνο απέτυχε στο να βοηθήσει την Κοινωνία να αντιληφθεί την Πολιτική διάσταση της εντόπιας πραγματικότητας, αλλά – σε και για – πάρα πολλές περιπτώσεις την αποπολιτικοποίησε, χρησιμοποιώντας «υπερβάσεις» υπερπολιτικοποιόντας και «υποβιβάσεις» υποπολιτικοποιόντας [εννοείται ότι η κάθε εξήγηση εμπεριέχει, την εν δυνάμει απολιτικότητα των εξτρεμιστικών απόψεων των θεωρούμενων (πολλών πλέον) δύο άκρων κατ’ αντιστοιχία].

Όμως αποκαλύπτοντας ότι, το υπό ανάλυση θέμα είναι το Δημοψήφισμα, διότι αυτό θεωρείται πλέον ο μοχλός αφόπλισης και συγχρόνως αποστέωσης του αντιπολιτευτικού λόγου και ευελπιστώντας ότι, θα δοθεί μία σχετικά οριστική απάντηση ως προς την δομή των λόγων που ρευστοποίησαν την κατάσταση της αντιπολίτευσης. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, μπορεί μεν να εχθρεύεται κανείς τον ταξικισμό  των αριστερίστικων «μαγαζακίων» καθώς και του εν Περισσό πύργου (sic) (επίσης αριστερίστικου και μάλιστα από αρκετά κοντά στην γέννησή του –  σ.σ.), αλλά και να υποστηρίζει ότι, θα προσπαθήσει δε (σ’ αυτή την σειρά των άρθρων) να είναι περισσότερο δεικτικά ταξικός, διότι το θέμα της ταξικότητας έχει απαξιωθεί, ακριβώς απ’ τον υπερθεματισμό των ταξικιστών και των εξ αυτών πεπεισμένων Συνδικαλιστών που αμφότεροι υποστηρίχτηκαν και από μικρό (ευτυχώς) μέρος της Κοινωνίας (2).

Το προ εννέα μηνών Δημοψήφισμα (Referendum) (3) εξάντλησε την δυναμική του, το ίδιο βράδυ της ανάδειξης του αποτελέσματός του. Μπορεί οι πλατείες να γέμισαν απ’ τον ενθουσιασμό των νικητών, αλλά μια νίκη αρκετά ισχνή, που την διαφορά έκαναν τα Κόμματα και κατά συνέπεια οι προελεύσεις ψήφων Ολοκληρωτικών Πολιτικών αντιλήψεων, έπρεπε να μην πάει μπροστά. Όμως θα έπρεπε κανείς να ενσκήψει στις «απόψεις» της φανφαρονίστικης μεγάλης συγκέντρωσης του ΝΑΙ, που ούτε φιλοευρωπαϊκή ήταν (;), αλλά ούτε και θα έβγαζε την χώρα απ’ την Κρίση, παρά μόνον θα την έβαζε πιο βαθιά στο τούνελ, σύμφωνα με την μέχρι τότε πιο συντονισμένη άσκηση Νεοφιλελεύθερης πίεσης. Είναι αλήθεια λοιπόν και αυτό φαίνεται απ’ τις εννεάμηνες αντιδράσεις των Κομμάτων του ΝΑΙ ότι, είχαν αποδεχθεί (εκτός των έως και χαρακτηριστικά «υποτιμημένων» Συγκυβερνητικών, αλλά μικρών) την Στρατηγική υποβάθμιση της χώρας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπήρχε έως και κατακόρυφη αύξηση των πιθανοτήτων αντίδρασης, πρώτον αντιθετικά έως και (ίσως) απάνθρωπα (βλέπε Ιταλία), στην περίπτωση της όποιας αναμενόμενης  αύξησης ή μη των προσφυγικών εισροών και δεύτερον και επί τη ευκαιρία του συναισθηματικού πανικού, να δοθούν απεριόριστες δυνατότητες νεοαποικιακής Οικονομικής δομής στη χώρα, με άξονα αυτή τη φορά τον, έστω κατά το ήμισυ, συνώνυμο απ’ τα χρόνια του Πολέμου (4). Άλλωστε υπάρχει προ πολλού, μια μυστική τάση στο Παγκόσμιο παιχνίδι να ξεπληρώνονται σιγά – σιγά και βέβαια εντός των πλαισίων της σύγχρονης (συνεχώς υπό ανακατασκευή και αναδόμηση) Αυτοκρατορίας, ακόμα και τα πιο ένοχα «υποκείμενα» (εννοείται και ως χώρες), που συμμετείχαν και συμμετέχουν σ’ αυτό το «ξεδίπλωμα» ή πέρασμα απ’ τον Οικονομικό Ιμπεριαλισμό, που στόχο είχε κυρίως τις ενεργειακές πηγές, στην Αυτοκρατορική ενσωμάτωση, που στόχο κατά τα φαινόμενα έχει την αντιμετώπιση των Κρατικών αντιστάσεων των BRICS.

Επειδή όμως τα παραπάνω ίσως τα ξαναδούμε στα επόμενα «SEVEN», ας επιστρέψουμε στο Δημοψήφισμα ασχολούμενοι με το 38,69% του ΝΑΙ, που πρώτο αυτό εξηγεί στην πραγματικότητα, την τάση της επόμενης Κυβέρνησης του Σεπτεμβρίου ‘15 (Συ.Ριζ.Α. 35,46% – Αν.Ελλ 3,69%), στο να συνεχίσει να  υπόκειται η χώρα τις συνέπειες μεν των «μνημονίων», αλλά όχι εξοντωτικά δε και κατόπιν αποφασιστικών προσπαθειών, ώστε να δοθούν ανάσες στον μέχρι σήμερα καταπιεσμένο απ’ την ανεργία πληθυσμό. Πόσο πραγματική ήταν όμως η «έξαψη» του ΝΑΙ, ως προς το αν θα μέναμε στην Ευρώπη; Και ποιοι έφερναν αντιρρήσεις; Προσπαθώντας να ιδιοποιηθούν τα θεωρητικά Πολιτικά (τουλάχιστον) συμπεράσματα άλλων; Το θέμα της σύνδεσης της παραμονής στην Ευρώπη με την υπογραφή νέου μνημονίου ή όχι, όχι μόνον αποτέλεσε κατ’ ουσία  δεύτερο Δημοψήφισμα, αλλά κατέδειξε αναχρονιστικά την ανάγκη, σύμφωνα με ένα μέρος των αντιλήψεων της «αργοπορημένης» (ως προς την πραγματοποίησή της) πρώην Συγκυβέρνησης, να γίνει Δημοψήφισμα, ή τον χρόνο της εισαγωγής της χώρας στην Ε.Ο.Κ. (’81), ή τον χρόνο της εισαγωγής στο κοινό νόμισμα (’01).

Σ’ αυτό το σημείο σημειώνεται ότι στην πραγματικότητα, όταν η Πολιτική τάξη που προέρχεται (από), αλλά και ταυτίζεται με «ΑΣΥΖΗΤΗΤΕΣ» δημοσίως σημαντικές προτάσεις (δηλαδή αξιωματικές απορρίψεις και αντίστοιχα αποδοχές), που διαφοροποιήθηκαν κατά το δοκούν παλαιών Ηγετών ή Ηγεσιών (στην προκειμένη περίπτωση δημιουργών Κομμάτων με αρκετή αυταρχικότητα). Τότε δημιουργείται ένα είδος αντιληπτικής εμμονής, που ενώ δεν ξεπερνάει τον υπάρχοντα λαϊκισμό, «παίζει» τακτικιστικά χρησιμοποιώντας την αρκετά εμφανή (επί του προκειμένου) σχετική αγνωμοσύνη και άγνοια των μαζών (στην κυριολεξία) για την οποία επίσης σαφέστατα ευθύνονται οι ίδιοι και ως λαϊκιστές. Έχουμε δηλαδή την επανάληψη των ελιτίστικων Πολιτικών προσδιορισμών και συσχετισμών, που παρουσιάστηκαν στην Αγροτική εποχή σχεδόν κατ’ επανάληψη (5).

Εκτός όμως απ’ την μεγάλη και ενδιαφέρουσα θεματική της Ευρωπαϊκής ενοποίησης [θεματική που επεξεργάστηκαν επισταμένως για την χώρα, όλοι οι φορείς προπάτορες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ο ίδιος, σημειώνοντας εκ του ενδιαφέροντος και μόνον μια ιδιότυπη Πολιτική Αριστερή μοναξιά] και των διαφορετικών μη αντιθετικών τάσεων, που θα συμπέραναν γρήγορα κατά πόσο υπήρχε θέμα εξόδου απ’ την Ευρώπη. Ως κατάσταση μετάπτωσης μετά το Δημοψήφισμα με νίκη του ΟΧΙ,… ΑΝ υπήρχαν προηγούμενες, επί τριάκοντα συναπτά έτη μέχρι την Κρίση, ΣΟΒΑΡΕΣ Πολιτικές συζητήσεις. Η αντιπολίτευση αν δεν ήθελε, απλώς να ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΙ την απολιτικότητα εκείνης της μάζας, παρουσιάζοντας γεμάτη πλατεία σε στυλ παλαιών Λατινοαμερικάνικων χουντόδουλων κινήσεων «κατσαρόλας» (έτσι ονομάζονταν και τότε) (6), τουλάχιστον θα επιχειρούσε να ανοίξει έστω και την τελευταία εβδομάδα ή και μετά, συζητήσεις γύρω απ’ την χρησιμότητα των Δημοψηφισμάτων στους δικούς μας καιρούς. Θα έδειχνε μια θετική Πολιτική στάση σε σχέση με τις – υπό χρησιμοποίηση – μάζες, την στιγμή κατά την οποία η ίδια η Κοινωνία των Πολιτών βρίσκεται ήδη «καθισμένη» μεν, αλλά σε μια αρκετά καλύτερη αντιληπτική διάθεση από εκείνη της πρώτης δεκαπενταετίας των μεταπολιτευτικών χρόνων. Σ’ αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να ομολογηθεί, ότι παρενέβησαν με τον εντελώς αποσπασματικό και σκληροπυρηνικά συντηρητικό τους λόγο τα πιο «επιφανή» Μ.Μ.Ε., μάλιστα με τέτοιο τρόπο που θα ανακόπτονταν οποιαδήποτε προσπάθεια. Όμως έτσι, το πρώτο που θα ερχόταν πάντα στον νου του οποιουδήποτε, ακόμα και του «αγαθότερου», είναι ότι θα ήταν αδύνατο η τόσων χρόνων Δικομματική τριανδρία, να ΜΗΝ ΜΠΕΙ στην διαδικασία να συνάψει υπόγειες συμφωνίες με την τέταρτη εξουσία και αυτό λόγω, υπερίσχυσης Ολιγαρχικών απόψεων και ουχί Δημοκρατικών.

Επαναλαμβάνοντας τα σχετικά «απελευθερωτικά» (με αρκετά εισαγωγικά) τερτίπια προηγούμενων χρόνων ως πεπατημένη, εξέφρασε την ουσία της «διαδοχικής» Πολιτικής άποψης της Μέρκελ του ’90: «Εμείς οι Ανατολικογερμανοί μάθαμε να συμβιβαζόμαστε με τους εξουσιαστές, δίχως όμως να δημιουργούμε απόλυτες δεσμεύσεις» και εξηγώ: Ναι,… πράγματι, πρέπει να παραδεχθούμε ότι, ο ΣΥΡΙΖΑ και διαμέσου του σημερινού Πρωθυπουργού υποστηρίχθηκε, στην προσπάθεια να ανεβάσει τα ποσοστά του, αλλά όχι και να γίνει πρώτο Κόμμα της τάξης των περισσότερων του 1/3 ποσοστιαίων μονάδων (!!). Διότι έτσι (α) εισέπραξε «ηχηρή καρπαζιά» το μυστικό moratorium με την Δικομματική τριανδρία και αυτό άσχετα αν είχαν ειδοποιηθεί οι μόνιμα «σιαπέρα – ντιπ» Σταλινικοί (7). Πάντως τους συνέφερε η συνολική αποσιώπηση του γίγνεσθαι της πραγματικής Αριστεράς. (β) Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Πρωθυπουργός γνωρίζοντας την «Μπερλουσκονική» κατάσταση των Μ.Μ.Ε., είχαν αποφασίσει να καταστήσουν «υγιείς» τις σχέσεις με την Πολιτική τάξη (εννοείται ότι χρειάζεται πολύ δουλειά ακόμα). (γ) Εφόσον όμως ο Πασοκικός «πύργος» κατακρημνίστηκε, έπρεπε να «σαλπιστεί» προσπάθεια αποδόμησης εναντίον του νεόκτιστου «πύργου» των, κατά την γνώμη τους, «πελταστών» του ΣΥΡΙΖΑ, με αρχηγό τον, ενδεχομένως σε μετέωρη υπόσχεση Διαδοχής ακόμα μη εμφανώς διαβλητό, πρώην «Συμπρωθυπουργό».

Όμως όταν τέτοιου είδους ενέργειες συνοδεύονται από διαμαρτυρίες περί δήθεν μη ύπαρξης Στρατηγικής εκ μέρους του αντιπάλου τους [και όχι των ίδιων, λες και μπορούν να κατανοήσουν έστω, τι σημαίνει «έχω Στρατηγική» (!;!;)], χάνουν την σημασία τους, οι όποιες εμφατικά αποδιδόμενες κριτικές, εναντίον όλων των δημοσιογραφίσκων και των βουλευτών που συμφώνησαν για την αποδόμηση των Τριών (ίσως, εκτός του τρίτου για άλλους λόγους) που στόχο είχε και την πτώση της Κυβέρνησης. Αλλά θα καταχωρηθούν ΚΑΙ για του ότι σημειώνουν την ανατροπή της παραπάνω Μερκελικής ρήσης ΚΑΙ για του ότι η επανασύσταση του οποιουδήποτε ηττημένου (από και προς όλες τις κατευθύνσεις) στυλ Εξουσίας, θα αποτελούσε αντικοινωνικό και κατόπιν αυτού αντεθνικό έγκλημα: (α) Η Κυβέρνηση είναι παράγωγο μεν του ΣΥΡΙΖΑ αλλά όχι Ιδεολογική – Πολιτική προσομοίωσή του και ούτε η Συγκυβέρνηση με τους ΑΝ.ΕΛΛ. πρόκειται για κάποια επανάληψη του γεγονότος του ’90. Επιτέλους πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μπορείς να σχηματίσεις αντιθετική Στρατηγική μόνον, μαθαίνοντας την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ του υποτιθέμενου αντιπάλου σου και όχι να επαφίεσαι σε αρνητικές φαντασιακές επιβουλητικές προτιμήσεις. Άλλωστε οι Πολιτικές τάσεις των Ανατολικοευρωπαίων προέρχονται από μονόχνωτες αξιωματικές απόψεις, ακόμα και ως προς την εξήγηση του αντίπαλου (τότε δήθεν θεωρητικά) Συστήματος. (β) Το εγχείρημα της Πολιτικής «καύσης» των Καλύτερων (θεωρητικά): (1) Με επιχειρήματα life style (σε σχέση με τον πρώην Υπουργό Οικονομικών) καθώς και ο στημένος αποκλεισμός του από περιοχή της Πρωτεύουσας.(2) Με αυστηρές αντιθετικές σχετικά άσχετες παρατηρήσεις (εναντίον της πρώην Προέδρου της Βουλής) αφού πρώτα προπηλακίστηκε και αυτή, ώστε να επιπέσει σε λάθη που θα μείωναν την όλη προσφορά της. (3) Με δήθεν γεμάτες νόημα ειρωνικές υποδείξεις, ότι η υποτιθέμενη Αριστερή πτέρυγα υποσκάπτει το έργο της Κυβέρνησης. Αυτός ο χαρακτήρας αποδόμησης, καταδεικνύει την εξ ιδίων κρινόμενη τάση υποβάθμισης της έννοιας της Πολιτικής και ως πραγματικότητας και συγχρόνως επιδίωξη ύστερης πραγματοποίησης υπόσχεσης Διαδοχής [εννοείται σύμφωνα και με την προαναφερόμενη τάση «αποπληρωμής», ενδεχομένως απλώς χρησιμοποιημένων συνεργατών (και αυτό σε άλλα SEVEN)]. (γ) Με όλα τα παραπάνω μπορούμε να κρίνουμε μεν, ως φοβική την τελική απομάκρυνσή τους απ’ τον Πρωθυπουργό, αλλά ως προστατευτική δε σε σχέση με τον Πολιτικό τους χαρακτήρα. Εδώ θα πρότεινα να λάβουμε υπόψη τις σχετικές εργασίες περί των Πολιτικών Προσωπικοτήτων στην Πολιτική εναντίον του αντιπολιτευτικού κομπλεξικού τυφλοσούρτη, εμποδίζομαι όμως απ’ την ρηχή προσωπικότητα του τρίτου της «ιστορίας», που συμπεριφέρθηκε χρησιμοποιώντας τις εντός των Μ.Μ.Ε. εφηβικές γνωριμίες του ως «χαζοκνίτης αρχηγός» και απ’ την σχετικά απαξιωτικά εχθρική στάση της δεύτερης, που θα μπορούσε (ίσως) να διδάξει κάποιον – α «φρέσκο» Δημοσιογράφο, αλλά όχι έμπειρους Πολιτικούς και δη μη Αριστεριστές (8).

Αρκετά και είναι ώρα να περάσουμε στην σαφώς πιο εύκολη και γρήγορη ανάλυση του ΟΧΙ (61,31%) που μετέβαλλε ουσιαστικά «το μετέωρο βήμα» σε δύο βήματα πίσω. Έτσι ώστε να βρεθεί σαν πραγματικός Ηγέτης (σύμφωνα με την ουσία του υπότιτλου – Πρωθυπουργός και Κυβέρνηση) και πίσω απ’ το Δημοκρατικό «κομμάτι» των Πολιτών, που δυστυχώς βρέθηκαν μόνον ως ψηφοφόροι στην περιοχή του ΝΑΙ, έστω και αν είναι καλοθεσήτες εργαζόμενοι (σύμφωνα με τον Πασοκικό Συντεχνιασμό). Οι οποίοι τουλάχιστον ποδηγετούνταν απ’ τις λαϊκιστικές Πολιτικές και τα παράγωγά τους (με εξαίρεση ελαχίστων), που πασχίζουν να αποδώσουν λαϊκισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να δίνουν σημασία στην πραγματικότητά του, αλλά απλώς αποποιούνται την αλήθεια «ισοφαρίζοντας» τα ΊΔΙΑ, λόγω κόμπλεξ άγνοιας. Το άθροισμα λοιπόν μόνον των ποσοστών των «Αντιμνημονιακών» Κομμάτων των Εκλογών του Ιανουαρίου ’15 (εννοείται βλέποντάς το με τις απαραίτητες εκλογολογικές Δημοψηφιστικές αυξομειώσεις), ΔΕΝ θα μπορούσε να στηρίξει την οποιαδήποτε Πολιτική ακολουθούνταν, εκτός του ήδη προ πενταετίας προτεινόμενου Μνημονιακού τούνελ. Οι λόγοι είναι πλέον σαφέστατα προφανείς: (α) Όταν πρέπει να μετατρέψεις άρδην τόσο μεγάλες αποφάσεις, πρέπει να στηρίζεσαι στην δυναμική σαφώς μεγαλύτερων πλειοψηφιών (δηλ. κάτι μεταξύ των 2/3 και 3/4) (9). (β) Παρόλα αυτά όμως διατείνομαι πάλι το προφανές, ότι την διαφορά (εκτός, των Δημοκρατικών εντός των αντίστοιχων εξωκοινοβουλευτικών Κομμάτων) την έκαναν ψήφοι προερχόμενοι από Ολοκληρωτικές Πολιτικές αντιλήψεις, που ενώ κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να αναλύονται μαζί ως τοιούτες, η (συναισθηματική)  συνήθεια και μόνο δεν μας το επιτρέπει. (γ) Το όλο θέμα δεν είναι αστρατηγικό για την Αριστερά, διότι ο θαυμαστής του von Clausewitz και συν τοις άλλοις θεωρητικός της Vladimir Ulianof (Lenin) υποστήριζε ότι, μπορούμε να χρησιμοποιούμε τους ίδιους διαδρόμους απ’ τους οποίους πέρασε η δημιουργία ενός προβλήματος, αν έχουμε τον τρόπο επίλυσής του. (δ) Εκείνο όμως, που στην ως άνω περίπτωση δυσκόλεψε και δυσκολεύει την αντιπολίτευση ήταν και είναι η ιδιοποίηση της άποψής της (έστω και μόνον ως υπογραφή Μνημονίου) και μάλιστα όταν έγινε αποδεκτό από τους Εταίρους ότι έγιναν διαπραγματευτικά λάθη. Ενώ αυτή τονίζοντας το ευτράπελο περί plan B θέμα, ετοιμαζόταν να κάνει περίοπτη φιλοκυβερνητική (δήθεν) φιγούρα για να «μπάσει» τους «ανίδεους πρωτάρηδες» στον ίδιο δικό της διαπραγματευτικό τρόπο. Όμως για όποιον θέλει να καταλάβει, ο «Γιάννης με ένα ν» αφού αδιαφόρησε για την επιχειρούμενη μείωση της προσωπικότητάς του με κοροϊδίες περί αισθητικής, τους δίδαξε (Εταίρους και αντιπολίτευση) ήθελαν δεν ήθελαν, μοντέρνα (τουλάχιστον) Οικονομικά και μακάρι να είχε δικαίωμα να τους πάρει πίσω τα όποια πτυχία κατέχουν.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά σ’ εκείνο το 11,31%, που ουσιαστικά ανήκε καθ’ ολοκληρία στην «Χρυσή Αυγή» 6,28% (Ι. ’15) και στους Σταλιναριστεριστές (και ποτέ Κομμουνιστές) 5,47% (Ι. ’15): Α. Η Ιστορία δεν προχώρησε τόσο, ώστε οι Κοινωνίες να θεωρούν δυνατές τις υποστηρίξεις Εθνικιστών σε Μαρξιστές (έως και μεταμαρξιστές) και αυτό δεν θα αλλάξει. Θα προτιμούσαμε να γνωρίζουμε την σχέση τους με τους σύνχνωτούς τους του δικού μας πολύπαθου Βορρά και Ανατολής, καθώς και της πέραν των Άλπεων Εσπερίας (με δεδομένη την μείωση της ισχύς των εκ Δυσμάς γειτόνων). Άλλωστε οι Εθνικιστές εκδηλώνονταν (και ίσως και σήμερα) αφού καταλάμβαναν σταθερές θέσεις εργασίας, – αυτό δεν ήταν (ή δεν θα είναι) ανανδρία; Β. Μετά την παταγωδώς αποτυχημένη προσπάθεια του νεόκοπου Γραμματέα των Σταλιναριστεριστών, να δώσει πνοή στον μαγνητοφωνητικό επαναστατισμό τους, χρησιμοποιώντας την ρήση του «τέως Δηλωσία» και εξ αυτού «αυτοκτονημένου» ΑΡΗ: «Μια φορά Αντάρτης, … μια ζωή Αντάρτης» και της καταφανέστατης δεύτερης ήττας που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνοντας ένα μεγάλο ποσοστό απ’ τους αποχωρήσαντες απ’ το Πα.Σο.Κ., διαλύοντας την κουτοπόνηρη χρόνια αναμονή τους να ψηφισθούν, έστω και μία φορά (και ας πεθάνουν) απ’ το μεγαλύτερο τμήμα (το θεωρούμενο) της Αριστεράς. Το ΤΙΠΟΤΑ (επιμένω) επιβεβαιώθηκε με την Δημοψηφιστική ουδετεροποίησή τους παρά την ψηφολογική διαφοροποίηση συρεκαίληδων οπαδών τους, καθώς και την υποκριτική «έξαρση» μερικών ανίδεων (ίσως και Καθηγητάδων … ντροπή!) δήθεν επαινετών τους και μαζί μ’ αυτό έκλεισε και το θέμα της όποιας εν δυνάμει υποστήριξης.
 
ΥΓ.(1) Όσο περισσότερη η απ’ τα πράγματα παραμονή των Μικροαστών στην Εξουσία, τόσο η Υπέρ και Υπό ταξικότητα ισχυροποιείται. Αγνοώντας ακόμα και την Διαταξικότητα ο Ταξικός τυφλοπόντικας κρύβεται καλά και κατατρώει τα πάντα.

ΥΓ.(2) Ο τίτλος (SEVEN) είναι «δανεικός» απ’ το ομώνυμο film (1995). Διαλέχτηκε διότι πρέπει να ξεπεραστούν (ίσως πάρα πολλές) στερεοποιημένες καταστάσεις του παρελθόντος, χωρίς τους φταίχτες που είναι ακόμα παρόντες, γιατί θα το ξανακάνουν.

1. Καταναγκαστικές δηλ. μέχρι το ματ, που θα δώσει την νίκη στον αντίπαλο.
2. ΔΕΝ είναι μικρό, θα ήταν, αν ψηφιζόταν απ’ το 1/3 των εκάστοτε ψήφων του.
3. Τα προηγούμενα, εκτός των δύο της χούντας που δεν λαμβάνονται υπόψη, ήταν Δημοψηφίσματα plebiscite (δηλ. αναφερόταν σε θέματα Βασιλείας).
4. Άξονας = οι τότε Ναζί – Φασιστικές Γερμανία – Ιταλία.
5. Βλέπε Gaetano Mosca θεωρητικό των Πολιτικών Ελίτ, καθώς και Thomas Bottomore στο «Ελίτ και Κοινωνία».
6. Οι κινήσεις αυτές ήταν αντιπερισπασμού, σε σχέση με την εξεγερτική ή εξουσιαστική ακόμα ικανότητα, των κατά τόπους Λατινοαμερικάνικων Αριστερών. Ίσχυσαν την δεκαετία του ’70 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80.
7. Σιαπέρα = ίσια πέρα, ντιπ = εντελώς, σημαίνει στην Θεσσαλοφθιωτική διάλεκτο / εντελώς χαμένος που βρίσκεται κάπου στο βάθος ίσια πέρα.
8. Βέβαια έπρεπε να ενημερωθεί και απ’ τους ίδιους τους κατακριτές της (ίσως), ότι θα πλήρωνε τα «σπασμένα» της μη οσφυοκαμπτικής στάσης του σ. Πατρός της.
9. Ήταν και απάντηση του Enrico Berlinguer, σε συνέντευξή του στην Ιταλική Τηλεόραση όταν του έγινε ανάλογη ερώτηση.
 
* Ο Κωνσταντίνος Ναλμπάνης είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ (nalbanis@gmail.com)
 

Exit mobile version