Site icon Αρχείο anagnostis.org

Πώς θα επιδοτηθούν τα δάνεια α΄ κατοικίας

Με προτάσεις που οδηγούν σε «κούρεμα» του προγράμματος που έχει σχεδιάσει η κυβέρνηση για την επιδότηση δόσεων δανείων με ενέχυρο πρώτης κατοικίας προσέρχεται η Κομισιόν τη Δευτέρα και την Τρίτη στις εξ αποστάσεως συζητήσεις με την κυβέρνηση για το κλείσιμο της 7ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης.

Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ένα πρόγραμμα – γέφυρα, το οποίο θα εφαρμοστεί μέχρι να τεθεί σε ισχύ, στις αρχές του 2021, το νέο πτωχευτικό δίκαιο και θα έχει στόχο να υποστηριχθούν όλοι όσοι έχουν πληγεί από την κρίση του κορονοϊού, ακόμη και αν συνεχίζουν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Με βάση τον αρχικό σχεδιασμό, θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα περίπου 300.000 δανειολήπτες.

Όπως έχει γράψει το Σin, το πρόγραμμα εξαρχής προσέκρουσε σε αντιρρήσεις της Κομισιόν, η οποία είχε θέσει ως βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή στο σχέδιο την προηγούμενη ρύθμιση του δανείου σε συνεργασία με την τράπεζα, καθώς θεωρεί ότι θα χαλαρώσει η κουλτούρα πληρωμών αν επιδοτηθούν αδιακρίτως δάνεια, χωρίς να έχουν προηγουμένως ρυθμιστεί.

Επιπλέον, όμως, η Κομισιόν θέλει να κλείσει πολύ την περίμετρο των δικαιούχων με αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, ώστε να επιδοτήσει ο προϋπολογισμός μόνο δάνεια όσων έχουν οικονομικό πρόβλημα και όχι όλων όσων έχουν θιγεί από την κρίση του κορονοϊού.

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι Θεσμοί προτείνουν:

Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος πιέζει και οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν μέσα στην επόμενη εβδομάδα, προκειμένου το συγκεκριμένο πρόγραμμα να περάσει άμεσα από τη Βουλή και μέχρι το τέλος του μήνα να ενεργοποιηθεί η σχετική ηλεκτρονική πλατφόρμα για την υποβολή των αιτήσεων από τους δικαιούχους. Η προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων θα είναι η 30η Σεπτεμβρίου 2020 και το συνολικά διαθέσιμο από το Δημόσιο ποσό ανέρχεται σε 1 δισ ευρώ.

Η πρόταση του Υπουργείου

Με βάση την πρόταση του υπουργείου Οικονομικών η επιδότηση θα είναι οριζόντια, ανεξαρτήτως δηλαδή αξίας προστατευόμενης κατοικίας και θα καλύψει 330.000 νοικοκυριά. Θα κλιμακώνεται ωστόσο, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε δάνειο. Έτσι, θα επιβραβεύονται με το ανώτατο ποσοστό επιδότησης που θα φθάνει το 90% της δόσης, όσοι ήταν συνεπείς στην αποπληρωμή του δανείου τους έως ότου ξεσπάσει η πανδημική κρίση. Η επιδότηση θα ισχύσει για 9 μήνες και θα βαίνει μειούμενη ανά 3μηνο και θα τεθεί σε εφαρμογή από τον Αύγουστο με την προσδοκία ότι σταδιακά εντός του επόμενου εννεαμήνου η οικονομία θα επανέλθει στην κανονικότητα.

Οι διαφωνίες για τον πτωχευτικό

Σε ό,τι αφορά τον νέο πτωχευτικό νόμο, αγκάθι της διαπραγμάτευσης παραμένει η φυσιογνωμία που θα έχει ο φορέας που θα παρεμβαίνει αγοράζοντας τα σπίτια όσων οφειλετών έχουν στεγαστικό δάνειο με υποθήκη την πρώτη τους κατοικία και δεν εξυπηρετούν το δάνειό τους. Οι θεσμοί ζητούν να διασφαλιστεί  ότι ο φορέας θα λειτουργεί με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ότι δεν θα αποτελέσει καταφύγιο όσων δεν πληρώνουν το στεγαστικό τους δάνειο. Για τον λόγο αυτό ζητούν ο φορέας να είναι ιδιωτικός ή ΣΔΙΤ.

«Αγκάθι» αποτελεί επίσης η δυνατότητα ενός φυσικού προσώπου να ρυθμίσει τα χρέη του εξωδικαστικά, μέσω ειδικής πλατφόρμας που θα δημιουργηθεί. Το σχέδιο του νέου πτωχευτικού κώδικα δίνει αυτήν τη δυνατότητα τόσο για τα φυσικά όσο και για τα νομικά πρόσωπα, αλλά η πρόβλεψη αυτή βρίσκει αντίθετες τις τράπεζες, που θεωρούν ότι μπορεί να λειτουργήσει καταχρηστικά από στρατηγικούς κακοπληρωτές προκειμένου να κερδίζουν χρόνο πριν από την πτώχευση.

Σύμφωνα με τις τράπεζες, κρίσιμο σημείο είναι η πτωχευτική διαδικασία να μη ματαιώνει, καθυστερεί ή αναβάλλει το δικαίωμα του εμπραγμάτως ασφαλισμένου δανειστή να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, όπως συνέβη στο παρελθόν με τον νόμο Κατσέλη, που αξιοποιήθηκε προκειμένου ο οφειλέτης να κερδίσει χρόνο.

Σημαντικές επιφυλάξεις διατυπώνονται τέλος από την πλευρά των τραπεζών και σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις για να κηρυχθεί ένα φυσικό πρόσωπο σε πτώχευση, καθώς σύμφωνα με το νομοσχέδιο θα πρέπει να βρίσκεται σε αδυναμία να εξυπηρετήσει το 40% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του. Οι τράπεζες θεωρούν ότι το ποσοστό αυτό είναι χαμηλό και εισηγούνται να αυξηθεί στο 60%.  

Exit mobile version