ΆρθροΑρχείο

Master P. Filis

H απέναντι όχθη του Βασίλη Καπετάνιου
Τρίτη μεσημέρι η μικρή Λίνα μπήκε στο θεραπευτήριο κρατώντας μια νάιλον τσάντα. Μέσα είχε μια  μπάλα σαν αυτές του ποδοσφαίρου, φτιαγμένη από εφημερίδες.
-Τι είναι αυτό Λίνα;
-Κέρασμα είναι κυρ Βασίλη, (είπε ο πατέρας της), τα ψάρια ήταν στον πάγο. Η εφημερίδα θα τα κρατήσει μέχρι να πας σπίτι. (Ο πατέρας της δούλευε σε ψαράδικο) .
-Είναι ντόπια τα ψάρια;
 
-Του καπετάν Γιώργη ψαριά, ανοιχτά της Κοιλάδας τα πιάνει. Δεν θα το πιστέψεις, είναι ογδόντα χρονών και πάει ακόμα μόνος του το καΐκι του. Πάντα γυρίζει με καλή ψαριά. Ήρθαν κάτι άλλοι νεόπλουτοι σκαφάτοι με gps και ραντάρ και νόμισαν ότι είναι θαλασσοπόροι με τα λεφτά τους. Η θάλασσα σε κάνει καπετάνιο! Ο πραγματικός καπετάνιος σέβεται την θάλασσα και ξέρει να την περπατά, διαβάζει τον καιρό, αφουγκράζεται το ένστικτο του. Ετούτοι οι φραγκάτοι έτσι και τους κλείσεις το ηλεκτρονικό κουμπάκι, πνίγηκαν. Προχθές ένας έπεσε σε ξέρα. Τρομάξαμε να τον τραβήξουμε.
 
Το βράδυ κρέμασα την «ψαριά» μου στο τιμόνι του ποδηλάτου και γύρισα σπίτι μου. Σκέφτηκα ότι τόσες ώρες μέσα στις εφημερίδες θα τις «ξεκοκάλισαν» και θα έχουν πολλά νέα να πουν με το λάδι και το τηγάνι. Πριν προλάβω να αφήσω το κέρασμα από το καΐκι του καπετάν Γιώργη στο νεροχύτη, με πλησιάζει η κόρη μου. Κρατούσε ένα κίτρινο φάκελο στα χέρια της.
-Μπαμπά ένας κύριος Τάκης το άφησε αυτό για σένα.
 
Ανοίγω τον φάκελο. Ήταν ένα βιβλίο, «Αναμνήσεις ενός πλοιάρχου. Παναγιώτης Π Φίλης, Πλοίαρχος Α΄ Εμπορικού Ναυτικού (Ε.Ν.) Άργος 2014. Παρατάω τα ψάρια του καπετάν Γιώργη στην «ξέρα» του νεροχύτη και βυθίζομαι στις αναμνήσεις του καπετάν Παναγιώτη. Τον  καπετάνιο τον γνώρισα στο καφενείο του πατέρα μου  όταν πήγαινα και τον βοηθούσα τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές. Γυρνώντας τις σελίδες του βιβλίου η φαντασία και οι μνήμες έκαναν ένα ταξίδι επιστροφής στο χρόνο, αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Το κομμάτι της οδού Τσώκρη από την γωνία της οδού Μπελίνου που έβγαζε στην λαϊκή αγορά μέχρι την οδό Γούναρη ήταν ο ζωτικός χώρος του καφενείου. Εκείνα τα χρόνια μέσα σε αυτό το μικρό κομμάτι δρόμου, λίγο έξω από το κέντρο της πόλης λειτουργούσαν 45 καταστήματα. Τόσα υπολογίσαμε με τον πατέρα μου ως πελάτες του καφενείου, κάνοντας μια κουβέντα μνήμης πρόσφατα. Μια μικρή δραστήρια κοινότητα μέσα στην πόλη. Μέσα από όλους αυτούς του πελάτες ξεχώρισα από την πρώτη του επίσκεψη τον καπετάνιο. Τον οποίο βλέπαμε πολύ αραιά γιατί ο άνθρωπος ταξίδευε ακόμα. Ψηλός, αδύνατος, σκαμμένο δωρικό πρόσωπο, γινόταν πάντα δεκτός με ενθουσιασμό από τους πελάτες. Η θέση του αν και περνούσαν μήνες για να έρθει ήταν σταθερή, στο στρογγυλό τραπέζι στην γωνιακή  πόρτα του καφενείου που έβλεπε την οδό Τσώκρη και την πίσω πήγαινε στην οδό Δανοπούλου.
 
Στην σελίδα 57 του βιβλίου  σε μια ολοσέλιδη φωτογραφία είδα το πλοίο M/V AQUA FAITH. Ένα από τα τεράστια πλοία τα οποία κυβέρνησε οδηγώντας το στις θάλασσες της γης. Τον φαντάστηκα πάνω στην γέφυρα του πλοίου να κοιτάει μπροστά και να προσπαθεί να οργανώσει το ταξίδι του σε μανιασμένους καιρούς. Και πίσω στην πλάτη του οι έγνοιες για την οικογένεια  του, που άφηνε  πάντα πίσω του. Τότε μέσα στην φαντασία μου είδα ότι και η θέση που έπαιρνε στο καφενείο ήταν καπεταναίικη . Από την γωνιακή του θέση μπορούσε σαν να ήταν στη γέφυρα του πλοίου να δει και να χαιρετήσει όλους τους πελάτες φίλους του. Και η πλάτη του κοντά στην οδό Δανοπούλου όπου ήταν η οικογένεια του, το σπίτι του, η Ιθάκη του. Το βιβλίο όπως και τα λόγια του, δωρική γραφή, στιβαρή γνώμη, ξεκάθαρα λόγια.  Χρησιμοποιώντας και λόγια της  θάλασσας σου έδινε την αίσθηση ότι τα γεγονότα που περιγράφει περνάνε μπροστά σου. Ένα βιβλίο που περιγράφει μια Ελλάδα η οποία μάλλον χάνεται. Μια Ελλάδα η οποία συνέχιζε την Ρωμιοσύνη στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Μια Ελλάδα όπου ο τόπος , ο χώρος δεν ήταν κάτι το στατικό, το δομημένο , το ιδιοκτησιακό, αλλά ένα δυναμικό γεγονός σχέσης. Η επιστροφή σε ένα τέτοιο τόπο σχέσεων έδινε μια άλλη διάσταση στον χρόνο. Σε κάθε επιστροφή αναγεννιέται ο χρόνος και χάνει την εσχατολογική του διάσταση. Η πραγματική Ελλάδα, η αυθεντική Ρωμιοσύνη δεν ήταν ούτε πρόκειται να είναι ένας οριοθετημένος τόπος ή ένα κακοδομημένο δυτικού τύπου κρατικό μόρφωμα. Η Ελλάδα, η Ρωμιοσύνη είναι τρόπος, τρόπος να ζεις, να μαθαίνεις να ταξιδεύεις. Στην σελίδα 9 στο βιβλίο του καπετάν Παναγιώτη, ο ναύαρχος  Γιώργος Θανόπουλος γράφει στην εισαγωγή:
 
-«Οι αρχαίοι λαοί έλεγαν ότι όπως κοάζουν οι βάτραχοι στις όχθες των λιμνών, έτσι ακούγονταν και οι φωνές των Ελλήνων ναυτίλων στις ακτές της Μεσογείου Θάλασσας , ως εάν επρόκειτο περί ελληνικής  λίμνης».  
 
Ο καπετάν Παναγιώτης στην σελίδα 97 του βιβλίου του στο κεφάλαιο που αφορά τον διάπλου της διώρυγας του Παναμά, γράφει:
-«Αφού επιβιβασθεί ο πλοηγός με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς πλέουμε προς την είσοδο του καναλιού. Στις περιπτώσεις αυτές χαρά μου ήταν να έχω στραμμένα τα μεγάφωνα του πλοίου προς τα έξω με ωραία ελληνικά τραγούδια. Ο κόσμος μας χαιρετούσε και μας ευχόταν καλό ταξίδι, πολλές φορές στα ελληνικά. Τότε η υπερηφάνεια μας που είμαστε Έλληνες , απόγονοι του θαλασσοδαρμένου Οδυσσέα ανέβαινε στα ύψη».  
 
Αυτός ήταν ο τρόπος των Ρωμιών, να νοιώθουν συνεχιστές του Οδυσσέα, ας τους χώριζαν αιώνες τους ένωνε το ταξίδι. Η Ρωμιοσύνη πριν καταντήσει ένα φτηνό δυτικότροπο μόρφωμα είχε Λόγο από την Κριμαία κατέβαινε στα παράλια της Μικράς Ασίας και κύκλωνε όλη την Μεσόγειο Θάλασσα. Μας έδωσαν μια μικρή Ελλαδίτσα ως τόπο με σύνορα και χάνουμε την Ρωμιοσύνη μας ως οικουμενικό τρόπο. Ο τρόπος που έδινε νόημα και Λόγο στην καθημερινή μας ζωή και σαφή πολιτισμική ταυτότητα. Και ο τελευταίος ναύτης του  πλοίου ένοιωθε συνεχιστής του Οδυσσέα όταν πέρναγε με του ήχους ελληνικών τραγουδιών την διώρυγα του Παναμά.
 
Ο καπετάν Παναγιώτης, Master P. Filis,  έκανε συνειδητή  επιλογή την θάλασσα, και πέρασε βιωματικά όλα τα στάδια του ναυτικού μέχρι να γίνει πλοίαρχος Α. Ο καπετάνιος πάντα αναχωρούσε, πάντα ξενιτευόταν αλλά πάντα υπήρχε ο τόπος του, η καρέκλα στο καφενείο, το στασίδι του στην εκκλησία, η καλημέρα του στα χασάπικα. Ο τόπος του όμως δεν ήταν ένας αυστηρά οριοθετημένος χώρος με ένα στείρο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ο τόπος του ήταν ένα σύνολο αυθεντικών σχέσεων που έδιναν και δίνουν νόημα στην ζωή του.  Από την γέφυρα του πλοίου αγνάντευε τις ευθύνες του και τις αγωνίες για τους ανθρώπους που είχε πλήρωμα και για  το φορτίου του. Από την καρέκλα του καφενείου αυτόματα και αυθεντικά συνδεόταν με τους ανθρώπους της γειτονιάς του.
 
Μέσα σε ένα τέτοιο τόπο, κατακλυσμένο από γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις ο χρόνος χάνει την εφιαλτική μονοσήμαντη ροή του.  Ο χρόνος αναγεννιέται συνεχώς μέσα από την δυναμική σπειροειδή φορά της σχέσης μέχρι το επόμενο ταξίδι. Μπορεί να απουσίαζε μήνες στις μακρινές θάλασσες αλλά όταν επέστρεφε στον τόπο του ήταν σαν μην έλλειψε ούτε μια μέρα.
Χανόμαστε ως λαός γιατί γίναμε στατικοί ιδιοκτήτες  χώρων, υψώνουμε μεγάλους τοίχους στις αυλές μας για να μην μας δει ο Άλλος. Ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση και την υπερχρεωμένη, πλαστή ευζωία μας ταμπουρωθήκαμε πίσω από καταναλωτικά αγαθά που αγοράσαμε με δανεικά. Για να πολεμήσουμε ποιον; Τον Άλλο και ουσιαστικά τον ίδιο μας τον Εαυτό ως γεγονός σχέσεων. Δεν τολμάμε να ταξιδέψουμε ούτε μια καλημέρα με τον γείτονα μας. Αναχωρούμε και ξενιτευόμαστε χωρίς ταξίδι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι. Αλλά μια τέτοια αναχώρηση και ξενιτειά δεν έχει τόπο επιστροφής.
 
Ο καπετάνιος ήξερε ότι για να περάσει τις μανιασμένες θάλασσες με διασταυρωμένες θύελλες, (complex  storm) έπρεπε να εμπιστεύεται όλο του το πλήρωμα και όλο το πλήρωμα του αυτόν.
-Χωρίς αγάπη για τον άνθρωπο δεν ταξιδεύεις Δημητρό.  (Έλεγε ό ίδιος στον δόκιμο πλοίαρχο Δημήτρη Σχοινοχωρίτη.)
 
Στα τραγικά χρόνια της μεταπολίτευσης πιθικίζοντας τους δυτικοευρωπαίους χάνουμε τον τόπο μας , την Ιθάκη μας, τον Λόγο μας και την Παράδοση που αρνούμαστε να παραλάβουμε για να μην θεωρηθούμε παλαιομοδίτες, οπισθοδρομικοί. Αρνούμαστε να παραλάβουμε το φορτίο της ιστορικής και πολιτισμικής μας συνέχειας. Όταν χαθεί ο τόπος ως σχέση δεν υπάρχει η Ιθάκη της επιστροφής και ο χρόνος χτυπά με το θανατερό βέλος του τέλους. Όταν αρνηθείς το φορτίο της ευθύνης χάνεις κάθε δυνατότητα να ταξιδέψεις . Συνειδητή Αναχώρηση,  υπεύθυνη Ξενιτειά για να μεταφέρεις το φορτίο σου , Εμπιστοσύνη στον όλο Άλλο και διαρκής Επιστροφή στον Τόπο σου ήταν ο Ελληνικός δρόμος του ταξιδιού.  Ένα ταξίδι που συνεχίστηκε από τα χρόνια του Οδυσσέα μέχρι τα βουνά της Αλβανίας το 40  και την εθνική αντίσταση…. Ένα διαρκές ταξίδι το όποιο ίσως να έκανε μια θανατερή στάση στην πόρτα του πολυτεχνείου όταν η γενιά του πολυτεχνείου νόσησε από εξουσιοφρένεια……