ΆρθροΑρχείο

“Μεγάλον βούκκον φάε, μεγάλον λόον μεν πεις”

Του Βασίλη Καπετάνιου
 
-Γιώργο που είσαι ;
Ο κυρ Γιώργης περιεργαζόταν το ρολόι της ΔΕΗ, και μουρμούραγε θυμωμένος.
-Δεν μπορεί κάτι δεν πάει καλά, κάτι παραπάνω γράφει το ρολόι. Θα πάω να παραπονεθώ. Δεν τον κοροϊδεύουν τον Γιώργη έτσι!
-Γιώργο με ακούς ή μιλάω μόνη μου;
-Σε ακούω, εδώ και πενήντα χρόνια, αναγκαστικά φανατικός ακροατής σου!
-Μόνο που δεν σου χρέωσα ποτέ τα εισιτήρια.
-Γέρασες αλλά την ειρωνεία δεν την έκοψες.
-Ούτε το καφεδάκι που θέλω να πίνω μαζί σου.
-Πάντα η γνωστή θηλυκή τακτική σου, της πλάγιας καθοδήγησης. 
-Ναι είσαι εσύ από αυτούς που καθοδηγούνται. Κουλουράκι ή παξιμάδι θες;(!!)
 
Ο κυρ Γιώργης στο μικρό μπαλκόνι που έβλεπε στο παρκάκι , έπινε  τον καφέ του με την γυναίκα του.
-Οι γείτονες στην απέναντι μονοκατοικία μετακόμισαν.
-Νομίζεις.
-Τι νομίζω χθες είχε έρθει συνεργείο και μάζεψαν όλα τα πράγματα τους. Να δεις πόσο γρήγοροι ήταν , σε μια ώρα μάζεψαν όλο το σπίτι.
-Δεν το μάζεψαν.
-Μα καλά Γιώργη με γρίφους θα μιλάς σήμερα;
-Δεν έγινε μετακόμιση και οι γείτονες δεν μετακόμισαν.
-Μα θα με τρελάνεις, αφού είδα την μεταφορική εταιρεία .
-Δεν ήταν μεταφορική εταιρεία, κλέφτες ήταν. Τους σήκωσαν όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουν . Αλλά φταίνε και αυτοί πήγαν  για διακοπές  και δεν είπαν τίποτα σε ένα γείτονα. Αλλά κάποιο πουλάκι από το γραφείο ταξιδιών ή  από την αεροπορική εταιρεία από κάπου πάντως έδωσε την πληροφορία. Μπήκαν σαν κύριοι και έκαναν την δουλειά τους. Έπρεπε να πουν σε κάποιον στην γειτονιά ότι θα λείπουν. Για αυτό λέω συνέχεια τα μάτια σας δεκατέσσερα.  Φύλαξε τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά.
-«Μεγάλο βούκκον φάε μεγάλο λόον μεν πεις»  έλεγε η μάνα μου στην Κύπρο, ( του είπε η  γυναίκα του ενώ αυτός είχε πάρει ένα μια μεγάλη μπουκιά από κουλούρι στο στόμα του, έτσι όπως ήταν μόνο με τα μάτια μπορούσε να γελάσει. )
-Αύριο θα πάω στην ΔΕΗ, νομίζω ότι πληρώνουμε πολλά για το ρεύμα.
 
Την άλλη μέρα, κουστουμαρισμένος και στηριζόμενος στο μεταλλικό του μπαστούνι έφτασε στα κεντρικά γραφεία της ΔΕΗ. Μπροστά του ήταν δυο νεαροί.
-Να δώσουμε την σειρά μας στον κύριο; (Είπε ο πρώτος στον δεύτερο.)
-Βεβαίως (είπε ο δεύτερος) .
-Παιδιά δεν είναι ανάγκη, έχω όλο τον χρόνο να περιμένω αν  βιάζεστε.
-Και εγώ κύριε έχω απεριόριστο χρόνο λόγο ανεργίας ( είπε ο πρώτος και ένα καλοσυνάτο μισό  χαμόγελο γράφτηκε στο πρόσωπο του μέχρι την χαρακτηριστική κρεατοελιά στο αριστερό του μάγουλο.)
-Σας ευχαριστώ πολύ, να ξέρετε ότι στις δύσκολες μέρες που περνάμε, σπανίζει η ευγένεια.
 
Ο κυρ Γιώργης πέρασε πρώτος στην σειρά. Ανέφερε  στην υπάλληλο πίσω από τα τζάμι τις υποψίες του. Ότι πιθανόν να μην δούλευε καλά το ρολόι καταμέτρησης του ηλεκτρικού ρεύματος. Το μπαράζ ευγένειας συνεχιζόταν σήμερα για τον ηλικιωμένο κύριο.  Η καλοσυνάτη υπάλληλος πήρε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν και του είπε ότι το συντομότερο δυνατόν η τεχνική υπηρεσία θα περάσει για έλεγχο. Του ζήτησε για δεύτερη φορά τα στοιχεία διεύθυνση, τηλέφωνο και τον αποχαιρέτησε ευγενικά. Ο κυρ Γιώργης κοίταξε το ρολόι του οκτώ και μισή και είχε τελειώσει εξαιρετικά σύντομα  την πρώτη του «αποστολή». Τώρα θα πήγαινε στην τράπεζα να πάρει την σύνταξη του. Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του είχε μάθει τον χειρισμό της κάρτας και μπορούσε να παίρνει τα χρήματα του χωρίς να είναι αναγκασμένος να στέκεται με τις ώρες στις ουρές.
 
Με πολύ προσεκτικές κινήσεις και ελέγχοντας όλες τις κατευθύνσεις μην παραμονεύει κανένας επιτήδειος, πήρε τα χρήματα, τα έβαλε σε ένα φάκελο και τα «κλείδωσε» μέσα από το πουκάμισο του. Μπορεί να ήταν λίγο ιδιότροπος και καχύποπτος αλλά καρμίρης δεν ήταν. Όταν έπαιρνε την σύνταξη του πήγαινε τα λεφτά στο σπίτι και κρατούσε εκατό ευρώ να κεράσει τους φίλους του. Τα χίλια πεντακόσια ευρώ που έπαιρνε ήταν πολλά για τα δεδομένα της εποχής. Πάντως στο καφενείο είχε καθιερωθεί το κέρασμα του κυρ Γιώργη, κάθε πρώτη του μηνός.
-Άντε γεια μας και να πεθάνει ο χάρος . ( Είπε καθώς τσούγκριζε τα ποτήρια με τους φίλους του.) Πάντως σήμερα κέρδισε την εμπιστοσύνη μου η νέα γενιά.
-Πώς έγινε αυτό Γιώργη, εσύ τεμπέληδες του ανέβαζες κλέφτες του κατέβαζες.
-Πήγα σήμερα στην ΔΕΗ, να παραπονεθώ για το ρολόι. Δυο λεβέντες  Ήταν μπροστά μου. Ούτε συνεννοημένοι να ήταν, μου έδωσαν την θέση τους. Άντε γεια μας.
Το κουδούνι χτύπησε τρεις φορές μέχρι να φτάσει με τα αρθριτικά της πόδια η κυρία Πολυξένη στην πόρτα.
-Είναι το σπίτι του Γεώργιου Γωργίου;
-Μάλιστα.
-Τι θέλετε;
-Είμαστε από την ΔΕΗ ήρθαμε να ελέγξουμε το ρολόι και αν έχετε διαρροή ρεύματος.
-Μα πριν από λίγο πήγε.
-Ήταν το συνεργείο στην περιοχή σας και μας ειδοποίησαν.
-Μια στιγμή να τον πάρω τηλέφωνο, είναι λίγο ιδιότροπος ξέρετε, θέλει να ενημερώνεται για όλα. ( Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα η κυρία Πολυξένη επέστρεψε στην ανοικτή πόρτα.) Εντάξει σε λίγο θα είναι και ο ίδιος εδώ, πίνει τα πρωτομηνιάτικα τσιπουράκια με τους φίλους του. ( Πήγε και τους υπόδειξε που ήταν το ρολόι)
-Λοιπόν κυρία μου, ο σύζυγος είχε μάλλον δίκιο. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν διαρροή. Αλλά θα πρέπει να κάνουμε ένα τεχνικό έλεγχο σε  όλα τα δωμάτια. Μαζί με τον συνάδελφο θα πρέπει να πηγαίνετε από δωμάτιο σε δωμάτιο και να κλείνετε και να ανοίγετε όλες τις παροχές ρεύματος και εγώ να κάνω την μέτρηση και να καταγράφει και ο συνάδελφος.
 
Ακολούθησαν αυτή την διαδικασία, δωμάτιο προς δωμάτιο, περνώντας όλα τα δωμάτια του σπιτιού.
-Λοιπόν κυρία …. Το όνομα σας ;
-Πολυξένη Γεωργίου
-Λοιπόν κυρία Πολυξένη υπάρχει πρόβλημα θα πρέπει να πεταχτούμε μέχρι τις αποθήκες να φέρουμε κάποια ανταλλακτικά  για να ρυθμίσουμε το ρολόι σας σε μια ώρα θα είμαστε πίσω.
-Σας ευχαριστώ πολύ , θα έχει έρθει και ο άντρας μου, θα έχω ετοιμάσει και κάτι να τσιμπήσουμε, παιδιά μου.
-Μα δεν είναι ανάγκη, εμείς την δουλειά μας κάνουμε ( και ένα γλυκό μισό  χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του τεχνικού με την άκρη από τα χείλη του να φτάνει μέχρι την χαρακτηριστική κρεατοελιά στο αριστερό του μάγουλο).
 
Πριν περάσει μια ώρα ο κυρ Γιώργης γύρισε ευδιάθετος στο σπίτι.
-Γιώργη είχες δίκιο, έχει πρόβλημα το ρολόι.
-Πάντα έχει δίκιο ο Γιώργης αλλά κανένας δεν τον ακούει. Για να δούμε πόσο θα γράψει την επόμενη φορά. Μα καλά δεν το άνοιξαν το κουτί; Την παλιά σφραγίδα έχει ακόμα.
-Όχι. Κάτι καλώδια έβαλε έξω από το κουτί ο ένας νεαρός.
-Μάλιστα, σαν να με εξετάζει ο γιατρός με το στηθοσκόπιο πάνω από το σακάκι μου.
 
Περίεργο. Και πως το έφτιαξε;
-Δεν το έφτιαξε , θα πάει να φέρει ανταλλακτικά από τις αποθήκες.
-Και πως ξέρει τι ανταλλακτικά θα φέρει αν δεν άνοιξε το κουτί; Κάτι δεν πάει καλά.
-Ήταν πολύ ευγενικά παιδιά, ιδιαίτερα αυτός με την κρεατοελιά στο μάγουλο που βρήκε την βλάβη. Με τον άλλο ελέγξαμε όλα τα δωμάτια.
-Τι είπες;
-Γιώργη είσαι καλά; ( Ο κυρ Γιώργης είχε χάσει όλο το αίμα από το πρόσωπο του, είχε μείνει στήλη άλατος.) Γιώργη είσαι καλά ; Με τρομάζεις.
-Η σύνταξη που είναι ;
-Στο κομοδίνο, (έτρεξαν και οι δυο στην κρεβατοκάμαρα, εκεί κατάλαβαν ότι ο λευκός φάκελος έβγαλε φτερά και πέταξε μαζί με τους «τεχνικούς»).
-Αμ για αυτό μου έδωσαν την θέση να περάσω μπροστά στην ΔΕΗ, από εμένα τον ίδιο πήραν τις πληροφορίες που μένω και τι θέλω. Πρέπει να με παρακολούθησαν όταν πήγα στην τράπεζα και μετά στο καφενείο. Χίλια τετρακόσια ευρώ θα μου κοστίσει ο έλεγχος των «τεχνικών». Και που να το πεις,  ρεζίλι θα γίνω. Εγώ ο Γιώργης να την πάθω στα εβδομήντα πέντε μου. Αλλά φταις και εσύ.
-Εγώ τι έκανα; Αφού σε πήρα τηλέφωνο!!!
-Το πρωί με γρουσούζεψες «μεγάλο βούκκον φάε μεγάλον λόο μεν πεις».
-Να ξέρεις Γιώργη ( ένα πονηρό παιδικό χαμόγελο έγραψαν οι ρυτίδες της κυρά Πολυξένης) επειδή θα έρχονταν ξανά τα παιδιά …
-Ποια παιδιά;
-Οι τεχνι… οι κλέφτες μωρέ, τους ετοίμασα κάτι κυπριακά μεζέδια, δεν πάμε στο μπαλκονάκι να τσιμπήσουμε; Έλα μωρέ Γιώργη λεφτά ήταν δεν χάθηκε άνθρωπος!
Έχουμε να περάσουμε,  τον άλλο μήνα πάλι θα πας να πάρεις άλλα.
 
Βουβοί και ήρεμοι έτρωγαν τα μεζέδια τους με την συνοδεία ζιβανίας. Ο κυρ Γιώργης είχε ηρεμήσει, βοήθησε λίγο και το ποτό. Με το στόμα γεμάτο με ένα κομμάτι χαλούμι, έδειξε με το χέρι του προς το παρκάκι. Μια άλλη μεταφορική έφερνε νέα έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές στο σπίτι που είχαν κλέψει πριν λίγες μέρες.
-Ε Γιώργη μου τα είπαμε και παρεξηγήθηκες, «μεγάλο βούκκον φάε…..
 
Ο μπουκωμένος κυρ Γιώργης δεν μπορούσε παρά να γελάσει πάλι μέσα από τα μάτια του.
 
*Η ιστορία βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα που διηγήθηκε ο Αντρέας