ΚοινωνίαΑρχείο

Απόκριες μιας άλλης εποχής στην Γκούρα Κορινθίας

Ο εορτασμός της Αποκριάς απλώνει τις ρίζες του βαθιά μέσα στο χρόνο, φτάνοντας στην οργιαστική λατρεία των χθόνιων θεών της καρποφορίας και κυρίως του Διόνυσου. Αναπαράγονται έθιμα, πίσω από τα οποία κρύβονται αρχέγονες δοξασίες ανεξιχνίαστες για το νου του λαϊκού ανθρώπου, αλλά βαθιά ριζωμένες στην ψυχή και τη συνήθειά του. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου, στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη, οι άνθρωποι με αυτές τις προεαρινές τελετουργίες και το ξέφρενο ξέσπασμα χαράς πανηγυρίζουν την ετήσια αναγέννηση του κόσμου.

Η Αποκριά, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, διαμορφώθηκε στους Βυζαντινούς χρόνους ως μια γιορτή με ψυχαγωγική, αλλά και κοινωνική διάσταση. Η φιλοσοφία των αποκριάτικων εθίμων, εστιάζεται στην ιδέα της ανατροπής της τάξης του κόσμου, στην αμφισβήτηση αξιών και ιεραρχίας, στην κατάργηση ορίων και καθιερωμένων νόμων.

Το έθιμο του βλάχικου γάμου απαντάται λίγο πολύ σε όλα τα χωριά της Κορινθίας, ορεινής και πεδινής. Ο Βασίλειος Παντ. Σαρλής στο μνημειώδες τρίτομο έργο του “Λαογραφικά Σύμμεικτα του δήμου Φενεού Κορινθίας” διασώζει με λεπτομέρειες τον “Γάμο του Καρναβαλιού” στην Γκούρα τη δεκαετία του 1950. Ας το παρακολουθήσουμε: 

«Ο γιορτασμός της Αποκριάς των Φενεατών έχει τις ρίζες βαθιά στου χρόνου την πορεία, κρατάει κάτι από τις λαμπρές ιεροτελεστίες της μεγάλης γιορτής των Μυστηρίων, τα «Θεσμοφόρια» των αρχαίων Φενεατών προς τιμή της θεάς Δήμητρας, μόνο που τότε λάμβαναν μέρος μόνο γυναίκες Φενεάτισσες κι ένας μόνον άντρας, ο ιερέας της γιορτής. (…)

Τα δρώντα πρόσωπα είναι ο γαμπρός, η νύφη, ο κουμπάρος, ο παπάς, ο μπραζέρης (παράγραμπρος) και η μπραζέρα (παράνυφη), ο παρακούμπαρος, οι οργανοπαίχτες κι όλο το συμπεθεριό.

Γαμπρός είναι ένας παχουλός μέτριου αναστήματος νέος, ντυμένος παλιάτσος που δε νογάει και πολλά πράματα. Ένας όμορφος νέος μεγαλύτερος λίγο στο ανάστημα απ’ το γαμπρό, έξυπνος και λυγερόκορμος, είναι η νύφη, ντυμένη στα λευκά που έχει πάρει και κάτι από το «σαβουάρ βιβρ», τους τρόπους και την συμπεριφορά της υψηλής μαρκησίας. Του κουμπάρου τη θέση παίρνει ένας γεροδεμένος, ψηλός μ’ αετίσιο βλέμμα και με παχιά μουστάκα, άντρας με τα ούλα του, ντυμένος φουστανελλάς με βαρειές πίγκες και φέσι ψηλό. 0 παπάς είναι ένας αντάρτης ιερωμένος, που κάνει όμως το καθήκον του. Ο μπραζέρης ένας μικρός, σβέλτος, ψηλόλιγνος έφηβος, ντυμένος πιερότος, η μπραζέρα επίσης ένας μικρός κι ευκίνητος έφηβος, ντυμένος κολομπίνα κι ο παρακούμπαρος ένας ώριμος άντρας, κακοφτιαγμένος, το πιο κωμικό πρόσωπο, ντυμένος αρλεκίνος.

Το συμπεθεριό με τους οργανοπαίχτες είναι ντυμένοι ανάλογα. Οι νταουλιτζήδες φοράνε από μια προβιά, είναι μουντζουρωμένοι στο πρόσωπο και φορούν ρεμπούκλα στο κεφάλι, ενώ οι δυο πίσω τους που χτυπάνε (παίζουν) την καραμούζα (πίπιζα) είναι ντυμένοι «κύριοι» με μαύρο κουστούμι, μαύρα γυαλιά και φοράνε μπαγιασόν.
Τα ζώα που χρησιμοποιούν είναι κατάλληλα στολισμένα και μασκαρε-μένα. (…). Από την Απάνου και Πέρα γειτονιά, που ’ναι το ξάγναντο των Ανδρικοπουλαίικων αλωνιών, ξεκινάει η πομπή. (…)

Μπροστά οι οργανοπαίχτες, Ξεπλένης και γυφτο-Αντρέας, με σηκωμένες από μπρος και ριγμένες προς τα πίσω τις ρεμπούκλες, πότε χτυπούν το νταούλι και πότε ανεμίζουν χαρακτηριστικά και με τέμπο το ’να νταουλόξυλο στον αέρα· πίσω τους οι καραμουζοπαίχτες, με φουσκωμένες τις φλέβες του λαιμού τους που κοκκινίζει μαζί με το πρόσωπό τους, καθώς σφίγγονται να βγάλουν οι καραμούζες τους μεγαλύτερο και διαπεραστικότερο ήχο, οι γυφτο-Γιάννης και Μίμης.

Με τους πρώτους ο παρακούμπαρος, με τα καμώματά του και τις άνοστες κινήσεις του, πεζοπορώντας, κερνάει με την τσότρα που ’χει κρεμασμένη στον ώμο, ενώ ο κουμπάρος σ’ απόσταση πάνω στο ψηλό βαρβάτο μαύρο του άτι, πληθωρικός κι επιβλητικός, έχει το γενικό πρόσταγμα.

Πίσω η νύφη πάνω στην άσπρη φοράδα, όλο ομορφιά και χάρη, περήφανη και με τουπέ, φαίνεται να προσέχει περισσότερο τον κουμπάρο της φουστανελλοφόρο, παρά τον παλιάτσο της.

Δίπλα της με μικρό λευκό αλογάκι η μπραζέρα, κοντά έρχεται καβάλα σ’ ένα μουλάρι ο γαμπρός, που δε χορταίνει να κοιτάζει τη νύφη, πλάι του ο ανοιχτομάτης μπραζέρης πάνω σ’ ένα γρήγορο μουλάρι.

Κι ακολουθεί όλο το συμπεθεριό στα ζώα καβάλλα, με τον παπά μπροστά που έχει μακριά γενειάδα και βλοσυρό βλέμμα, θυμιατίζει με το θυμιατό (ένα κονσερβοκούτι τρυπημένο στα πλάγια, κρεμασμένο από αλυσιδίτσες γεμάτο στάχτη και βρεγμένα άχυρα) τον κόσμο που βγήκε να δει και να χαρεί τη γαμήλια πομπή.

Περνά απ’ τα Μπεκιαραίικα, την Απάνου Βρύση, τα Μπατσαλαίικα, τα Ντρουκιάνικα και φτάνει στην άλλη άκρη του χωριού ώς την πλατεία προς το Στενό, κάτου από του Κουτσουβέρι. Σ’ αυτό το ξάγναντο θα χορέψουν για λίγο μασκαράδες και θα επιστρέφουν για να καταλήξουν στην αγορά στην κεντρική πλατεία, όπου θα εξελιχτεί το τελετουργικό μέρος του γάμου.(…)

Ακούγεται βροντερή η φωνή του παπά, που διαβάζει ευχές, θυμιατίζει τριγύρω τα νεονύφια και τους παρευρισκόμενους γεμίζοντάς τους στάχτη και καπνό απ’ τ’ αναμμένα άχυρα που σκορπίζει το θυμιατό. Περνά κατόπιν τις βέρες ο παπάς κι αγριοκοιτάζει (γιατί τον βλέπει σαν αντίζηλο) τον κουμπάρο που αλλάζει κατόπιν τα στέφανα στ’ αταίριαστο ζευγάρι. (…)

0 μπραζέρης προσέχει τον γαμπρό και τον σκουπίζει, καθώς ιδρώνει και ξιδρώνει, κι η μπραζέρα περιποιείται τη νύφη. 0 παπάς προσφέρει με τη μικρή τσότρα κρασί στο γαμπρό και στη νύφη και μετά την πετά στον κουμπάρο για να ρουφήξει όλο το περιεχόμενο. Ακολουθεί ο «χορός του Ησαΐα» σ’ ένα πανδαιμόνιο από τρανταχτά γέλια και ξεφωνητά, μα και από ένα ανελέητο, όχι κουφετοπόλεμο αλλά από καλαμπόκι και ρεβίθι, σφυροκόπημα των νιόγαμπρων, του κουμπάρου και της παρέας!!!»