ΆρθροΑρχείο

Παλιές (και αληθινές) Ιστορίες

Μια φορά κι έναν καιρό… όχι, δεν είναι παραμύθι, ζούσε στο Ναύπλιο ένας λογοτέχνης – ευθυμογράφος, ο Γεώργιος Καραμάνος, με τον οποίο συνδεόμαστε οικογενειακώς με αδιατάρακτη φιλία. Εργαζότανε στην Αθήνα, αλλά μερικά Σαββατοκύριακα τα πέρναγε στην πατρώα γη. Κάποτε λοιπόν ο πατέρας μου, έπρεπε να στείλει κάτι χαρτιά σε κάποιο ταμείο στην Αθήνα και το ταχυδρομείο θα αργούσε, αφού τότε δούλευε με την ταχύτητα χελώνας και courier δεν υπήρχαν ακόμη. Πρωτόγονα πράγματα δηλαδή, μην κοιτάτε σήμερα, άλλο το σήμερα. Παρακάλεσε λοιπόν τον Γιώργο Κ. να τα πάει εκείνος την προσεχή Δευτέρα, που θα πήγαινε στην Αθήνα, με την οδηγία: «Αν πρέπει να σου δώσουν απάντηση, πάρ’ την και φέρ’ την μου σε παρακαλώ». Πρόθυμος ο Γιώργος Κ. πήρε τα χαρτιά και κανόνισε την δουλειά του πατέρα μου, φέρνοντάς του την απάντηση το επόμενο Σάββατο.

 

Ο πατέρας αισθάνθηκε υποχρεωμένος και προσκάλεσε τον λογοτέχνη μας στο σπίτι μας το ίδιο βράδυ. «Έλα απόψε στο σπίτι, βρε Γιώργο, να πάρουμε ένα μεζέ, να πιούμε και κάνα ποτήρι», του είπε.

«Ευχαριστώ, κ. Πίπη, αλλά δεν είμαι μόνος μου», απάντησε ο Γιώργος Κ. κι ο πατέρας μου νόμισε ότι είχε έρθει με κάποια φίλη του.

«Ε, φέρ’ την μαζί, βρε αδελφέ! Τον τόπο θα μας φάει;», του είπε.

«κ. Πίπη, δεν καταλάβατε. Έχω έρθει με τον κ. Παύλο Παλαιολόγο», απάντησε ο Γιώργος Κ. Φημισμένος επιφυλλιδογράφος στην εφημερίδα «Τα Νέα» ο Π. Παλαιολόγος.

«Χωράει κι αυτός. Φέρ’ τον μαζί!» είπε ο πατέρας.

 

Έτσι, το ίδιο βράδυ είχαμε μαζευτεί στην καλή τραπεζαρία και καθιστικό του σπιτιού μας, – μόνο για τους ξένους ήταν αυτά τα δωμάτια, δεν θυμάμαι ποτέ να φάγαμε το οικογενειακό μας δείπνο εκεί μέσα,– οι εξής 6: Πατέρας, μητέρα, ο αδελφός μου, Π. Παλαιολόγος, Γ. Καραμάνος κι εγώ. Μαζί μας και εκλεκτά εδέσματα, –η μάνα μαγείρευε υπέροχα!– και, φυσικά, τα μουσικά όργανα, αφού μόλις αποτρώγαμε, θα επακολουθούσε γλέντι με μουσική.

 

Το  φαγητό, εξαιρετικό, όπως πάντα! Αν δεν παινέψω το σπίτι μου, θα πέσει να με πλακώσει. Δεν αποδείχτηκαν μόνο οι μεγάλοι «κατοχικοί», αλλά και εμείς τα παιδιά, που δεν είχαμε ιδέα από κατοχή, αφού δεν είχαμε γεννηθεί ακόμη τότε. Φάγαμε όλοι με δώδεκα μασέλες! Αμέσως μετά, το σύνθημα δια στόματος πατέρα: «Μουσική!» Σηκώθηκα και πήγαινα προς το στερεοφωνικό.

«Πού πας, ρε μεγάλε;» με σταμάτησε ο γεννήτωρ.

«Εκεί. Να βάλω κάνα δίσκο. Μουσική δεν είπες; Μουσική παίζει αυτό, δεν παίζει τις ειδήσεις» απάντησα.

«Ρε, άσε τα έξυπνα και πιάστε τα όργανα!» πρόσταξε ο πατέρας.

Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα. Ποιος να την αμφισβητήσει;  Όχι ότι δεν είχα καταλάβει εξ αρχής τι εννοούσε, αλλά ο πατέρας κι ο Γιώργος, ο αδελφός μου, έπαιζαν κιθάρα και τις κιθάρες δεν τις κουβαλάει ο κιθαρωδός πάνω στα παραφουσκωμένο στομάχι του και η μάνα καθότανε δίπλα στο πιάνο, δεν το είχε πάνω της, άρα κανένα πρόβλημα. Εγώ, μωρέ, πού πήγαινα εγώ με ένα ακορντεόν 120 μπάσα κρεμασμένο πάνω στο στομάχι μου, που αγωνιζόταν, με αυτοθυσία, να χωνέψει. Αλλά, όπως είπα, «βασιλική διαταγή» και το ζώστηκα. Αρχίσαμε να παίζουμε και να τραγουδάμε, όλοι εκτός από μένα, που ανακατευόμουνα.

«Τραγούδα, μεγάλε!» ακούστηκε η φωνή του πατέρα.

«Δεν μπορώ ακόμη. Άσε να ξεφουσκώσω λίγο πρώτα. Τώρα μου ’ρχεται εμετός, ρε πατέρα!»

Ευτυχώς, δεν επέμεινε. Φαίνεται όμως ότι η μουσική έχει… χωνευτικές ιδιότητες, –αυτό πώς μου ήρθε πάλι;– γιατί ξεφούσκωσα σύντομα. Και όλοι… θαύμασαν την μπάσα φωνή μου…

 

Για να μην σας τα πολυλογώ, κάτι τα γλυκά, που ήρθαν αργότερα, κάτι τα φρούτα, που βγήκαν στο τέλος, κάτι «εβίβα ένα ποτηράκι ακόμη», κάτι να τσιμπήσουμε και κάτι, «Ρε Ντίνα, δεν έχεις φτιάξει τίποτ’ άλλο;» ερώτηση του πατρός, μετά απ’ τον περίδρομο που είχαμε κατεβάσει, το γλέντι τράβηξε μέχρι τις 7 το πρωί. Σκουντούφλαγα και έγερνα πότε από ’δώ πότε από ’κεί, σαν εκκρεμές. Κάποια στιγμή λοιπόν ο πατέρας μάς έπαιξε και μας τραγούδησε την «Χήρα», που σήμαινε πάντα το τέλος του γλεντιού και οι μουσαφίρηδες σηκώθηκαν να φύγουν. Ήξερε ο Γιώργος Κ. από άλλες φορές.

 

Ο Π. Παλαιολόγος είχε συγκινηθεί μέχρι δακρύων. Να φιλάει τα χέρια της μάνας μας, να μας ευχαριστεί όλους για την ωραία βραδιά, «σας ευχαριστώ πολύ. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα, που με προσκαλέσατε στο σπίτι σας. Πέρασα υπέροχα και σας ευχαριστώ! Τελικά έφυγαν και όλοι πήγαμε για ύπνο. Καιρός ήταν!

 

Την Δευτέρα το πρωί ο Π. Παλαιολόγος κίνησε για την Αθήνα, ενώ ο Γιώργος Κ., που θα έκανε χρήση της καλοκαιρινής του αδείας, παρέμεινε στην περιοχή. Γράφει ένα κείμενο ο Π. Παλαιολόγος και το δίνει στην εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν, για δημοσίευση. Δημοσιεύτηκε την άλλη μέρα, Τρίτη. Το πήρε το μάτι του Γιώργου Κ. και μπουκάρει στο γραφείο του πατέρα μου. Μόλις είδε ο πατέρας τι κράταγε στα χέρια του ο λογοτέχνης, άρχισε να βγάζει σπυράκια. Δεν άγγιζε την εν λόγω εφημερίδα ούτε με το… τσιμπιδάκι.

«Βγάλε, σε παρακαλώ, αυτήν την φυλλάδα έξω απ’ το γραφείο μου», του σύστησε σοβαρός, κοιτάζοντάς τον πάνω απ’ τα πρεσβυωπικά γυαλιά του. Ο Γιώργος Κ. βγήκε και του διάβασε όλο το άρθρο απ’ το ανοικτό παράθυρο και μετά ρώτησε:

«Θέλετε να σας την αφήσω, κ. Πίπη;» εισπράττοντας αρνητική απάντηση.

 

Το μεσημέρι μας τα είπε αυτά ο πατέρας στο σπίτι και κανείς δεν τόλμησε να πάει να αγοράσει την εφημερίδα. Γυρεύεις; Κι αν κάποτε την έβρισκε; Άσε, καλύτερα…

 

Γιατί σας τα είπα όλ’ αυτά; Για δυο λόγους: α) γιατί βαρέθηκα να ασχολούμαι με την πολιτική και β) γιατί μία και μοναδική φορά μας έγραψε κι εμάς, –οικογενειακώς!– μια εφημερίδα, όχι για τίποτα κακό, και δεν ξέρω που να ψάξω να την βρω. Δεν θυμάμαι ούτε την χρονολογία! Ας πούμε όμως ότι ακόμη και τώρα υπακούω στην εντολή και επιθυμία του πατέρα, σαν καλός υιός…

 

ο θείος Τάκης  Παναγιώτης Περράκης

 

Το κείμενο που διαβάσατε ήταν μια προσφορά

 

της Αρτοποιίας-Ζαχαροπλαστικής «Αλεύρι & Ζάχαρη», Σιδηράς Μεραρχίας 26, Ναύπλιο, με πάντα φρέσκα προϊόντα και αγνά υλικά. Σας συστήνω να δοκιμάσετε τα νέα προϊόντα τους: Εξαιρετικά σάντουιτς και υπέροχες, φρεσκοφτιαγμένες σαλάτες.

 

Και

 

Του «Popeye bistro», Σταϊκοπούλου 32, Ναύπλιο, για ποιοτικό φαγητό, την νοστιμότερη πίτσα που έχετε ποτέ δοκιμάσει, τέλειες μακαρονάδες, εξαιρετικά και προσεκτικά διαλεγμένα κρασιά και μια αξιόλογη συλλογή από ελληνικές και ξένες μπρες.

 

Και

 

Του «Βάτραχος Café», Υψηλάντου & Κωλέττη 1, Ναύπλιο, με προϊόντα που σας επιτρέπουν να περνάτε ευχάριστα την ώρα σας.

 

Και στα τρία αυτά μαγαζιά προτείνω να δοκιμάσετε και τον καφέ τους. Εξαιρετικός! Ο καλύτερος καφές στην πόλη!

 

Η επιλογή και ανάπτυξη του θέματος, όπως πάντα, δική μου.