ΆρθροΑρχείο

Τα 80 ‘s στο Ναύπλιο δεν ήταν καλτ

Για πολλούς η επιστροφή στα eighties είναι η νέα μόδα. Για μένα είναι επιστροφή στα παιδικά μου χρόνια. Και λυπάμαι να πω ότι τα αφιερώματα και οι βραδιές με άρωμα της δεκαετίας του ’80 χάνουν την ψυχή των χρόνων εκείνων, που εγώ τα θυμάμαι σαν άχρονη διαρκή πραγματικότητα γιατί ό,τι γράφεται στα βήματα αυτά του ανθρώπου είναι σινικό τατουάζ. Και η ουσία των τρυφερών χρόνων τη δικής μας γενιάς είναι ότι οι μεγαλύτεροι μας προετοιμάζατε για έναν κόσμο που δεν υπήρχε. Και δεν είναι (μόνο) καλτ!

Της Λίνας Παπαδάκη*

 

Μεγάλωσα σε ένα αστικό σπίτι μιας μικρής επαρχίας και μη σας φαίνεται αυτό αντίφαση. Διότι τότε υπήρχε μεσαία τάξη, μικρή αλλά δυναμική κι ανερχόμενη, με κοινωνική σύνθεση και καταγωγή ποικίλη και, το κυριότερο, όχι αυτοπροσδιοριζόμενη, αλλά ετεροκαθοριζόμενη από το επάγγελμα και τη δυνατότητα δημιουργίας και αποθησαύρισης. Επιστήμονες, επιχειρηματίες, έμποροι, υπάλληλοι ήταν οι αστοί των παιδικών μου χρόνων, κάτι που κατάλαβα και εκτίμησα πολύ αργότερα, όταν κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος αυτό που νομίζαμε αστική τάξη της χώρας, αυτό το μόρφωμα δηλαδή που το συντηρούσε στο μεγαλύτερο μέρος του ή το κρατικό ή το μαύρο χρήμα. Οι γονείς μου λοιπόν άνηκαν στη μεσαία τάξη και μου προσέφεραν τη συνθήκη αυτής της τάξης, άσχετα αν οι ίδιοι μεγάλωσαν διαφορετικά: Έζησα προστατευμένα και «πλουσιοπάροχα» παιδικά χρόνια, αρκεί να σπουδάζω με συνέπεια και να διαβάζω βιβλία.

Ερχόμασταν οικογενειακώς στο Μινιόν και αγοράζαμε τις ποδιές Τσεκλένης, πουλόβερ Μπένετον, κάναμε τσουλήθρα στην πισίνα με τα μπαλόνια. Στα πολλά δισκάδικα του Ναυπλίου στα κενά των απογευμάτων αγοράζαμε κασέτες Ντουράν – Ντουράν, αφίσα του Μάικλ Τζάκσον, δίσκους Μάνου Λοΐζου και Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Στα θερινά ερωτευόμασταν με το «Με λένε Αλέξη – σε λένε Σοφία» και μετράγαμε τις επαναλήψεις στο βίντεο της Γαλάζιας Λίμνης. Μεγαλώσαμε εμείς, τα παιδιά της σύγχρονης ελληνικής δημοκρατίας, με τη σιγουριά ενός ασφαλούς παρόντος κι ενός ακόμα καλύτερου μέλλοντος. Που πρόσβλεπε στον κοσμοπολιτισμό και την εξωστρέφεια.

Τώρα ξέρω ότι η ασφάλεια και η σιγουριά έμειναν εκεί. Σε εκείνη την Ελλάδα που μου φαίνεται μαγική όχι γιατί ήταν ανεπανάληπτο το παρόν της αλλά γιατί φάνταζε φωταγωγημένο το μέλλον της. Στις, σαν 80s Κόντακ Ινσταμάτικ της ψυχής, ανεξίτηλες εικόνες της Ομόνοιας με το συντριβάνι, των Marlboro του μπαμπά, του Μικρού σπιτιού στο Λιβάδι στην ΕΡΤ, των ξέγνοιαστων ωρών πάνω στο Πάκμαν, των χαρούμενων παρεών στις ταβέρνες που οι μεγάλοι τσακώνονταν ποιος θα πρωτοπληρώσει, των μεγάλων πολιτικών συγκεντρώσεων και του κομματικού φανατισμού με τα σημαιάκια, των ατελείωτων ιδεολογικών συζητήσεων που μας καθήλωναν, παγιδεύτηκε και ξεχάστηκε για πάντα η ξεγνοιασιά. Όχι του παιδιού αλλά της γενιάς του και της χώρας.

Εγώ και τα συνομίληκά μου παιδιά μεγαλώναμε σε έναν απατηλό κόσμο που υποσχόταν ότι κάθε μέρα θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη, κάθε χρονιά φωτεινότερη από αυτήν που έφυγε, ένα αύριο καλύτερο από των γονιών μας. Μια γενιά που διασκέδασε, σπούδασε, ταξίδεψε περισσότερο από όλες τις προηγούμενες. Η πιο κοσμοπολίτικη, η πιο καλά εξοπλισμένη, η πιο εξωστρεφής και ακομπλεξάριστη, η πιο απελευθερωμένη και αντισυμβατική, η πιο μορφωμένη και καλλιεργημένη από όσες είχε γνωρίσει ο τόπος μέχρι τότε. Αλλά και η πιο απροετοίμαστη ψυχολογικά για το μέλλον. Πιο άψητη από το μόχθο της βιοπάλης, πιο χαϊδεμένη, με ευνοϊκότερη αφετηρία, κέρδισε εύκολα στα πρώτα της βήματα καλοπληρωμένες θέσεις, καί όταν έφτασε η σειρά της να διεκδικήσει τα σκήπτρα της κοινωνίας βρέθηκε να ψάχνει δουλειές ωρομισθίων στις μικρές αγγελίες. Αυτό ήταν κυρίως τα 80s. Το χτίσιμο του ονείρου πάνω σε σαθρά θεμέλια. Το μεγάλωμα μιας γενιάς πριγκιπισσών πάνω στα εφτά παπλώματα, από τα οποία έπεσαν με κρότο μία μέρα πριν κατακτήσουν το βασίλειο. Μια φορά κι έναν καιρό η Ελλάδα ονειρεύτηκε ότι τα ’χε όλα.

 

Η Λίνα Παπαδάκη είναι δημοσιογράφος, επικεφαλής του Γραφείου Τύπου στο ΠΟΤΑΜΙ

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο athensvoice